Κατηγορίες

(παρα)ιστορικά (3)
/baza (σλαςμπάζα) (1)
AntiMS (5)
art (9)
Brainstorming (15)
EEEA (8)
EEEAbooks (17)
efevreseis (2)
gourme (12)
HELLUG (1)
Internet (9)
Linux (1)
Mikres Aggelies (3)
moda moda moda (4)
Money (4)
movies (18)
mpakouros.net (3)
News for Nerds! (4)
O Kyrios Ntinos Apanta (3)
PalmPilot (1)
Quicklinks (1)
Radio Arvyla (4)
Skoteinos Thalamos (1)
xmas (4)
Αγγίξτε τα στελέχη (1)
Επικήδειοι (4)
Κοινωνικα (Reality Show) (68)
Μουσική (1)
Οι πιο ανώμαλες παθησεις (31)
Πάντα έτοιμοι για Διακοπές (8)
Συνωμοσίες (12)
Τι να πούμε τι; (19)

Χρήσιμα

Stoixima Live
Programma TV
Paixnidia
Ανέκδοτα
Συνταγές
Δίαιτες
Ηλεκτρονικο τσιγαρο

Νοστιμον Ημαρ

Κατηγορία: (παρα)ιστορικά

Κοιτοντας στον καθρεφτη, λες πως δεν αλλαξε τιποτα. Διπλα σου η ανοιχτη μπλε πορτα αφηνει ολο το λευκο να μπαινει να κυριευει το χωρο σου και το ειναι σου και μαζι μ’αυτο μπαινουν και τα μακρυνα σφυριγματα των βαποριων που ποιος ξερει ποσες φορες σημαναν ολα αυτα τα χρονια, αλλα απλα αντηχουσαν μεσα στον χωρο σου αυτο, τον τοσο γεματο απο την απουσια σου, διχως ριγη η ονειρα να προκαλουν.

Τ’ ακουγες εκει που ησουν η εκανες πως τ’ακουγες. Ο,τι ειχες μαθει απο παιδι, απο στηθους το ποτε θα σφυρανε, κι’ εβαζες οροσημα στην μαννα σου οτι σ’αυτο το σφυριγμα τελειωνεις το διαβασμα και στ’ αλλο το σφυριγμα θα ‘σαι στο καλντεριμι με τ’ αλλα τα αμουστακα να παιζεις και στ’ αλλο να γερνεις για τον υπνο σου και χιλια κυματα στη νυστα και στη γλυκα της να προφταινουν τον ρογχο η το τραγουδι τους, αναλογα κατα το πως η μερα σου ειχε παει.

Μα καποτε ουτε αυτα τα σφυριγματα δεν ειχες για μπουσουλα, γιατι οι καιροι αγριευαν και μητε πουλι δεν κιοτευε να φτασει στις ακριες των βραχων. Κι’ οπως το νερο ντυμενο την πιο πολεμικη του φορεσια, παλευε μεσ’ στα λευκα και μαυρα των κυματων του, μανιασμενα να καταπιει τη στερια και τους βραχους της και οτι πανω σ’αυτους κρυφα ‘ξωμολογοντουσαν οι νεοι της γενιας σου, του ξεφευγαν φορες αφροι, ο,τι ετσι ειχε προσταξει ο αφεντης του Αιγαιου, που με τον ανεμο καναν τον γυρο της οικουμενης.

Αυτος ο ανεμος κι’αυτη η μυρουδια ηταν που τοσα χρονια μακρυα, σε κρατουσαν εννωμενο με την μικρη σου αυλη. Παλευε κι αγκομαχουσε το δολιο το Αιγαιο για να σε φτασει στην ακρη της γης και σ’εφτανε και σε κρατουσε και σου ‘φτανε. Οπως σ’εφτανε και τοτε που μονος σου καθοσουν στην συλλογη, στην λευκη την μαντρα επανω και ανεπνεες το πελαγος, ακουγοντας απο πισω σου, στο παλαιο ραδιοφωνο του χαμενου σου πατερα, κατι να λενε για κινηματα και ανατροπες και για καινουργια μελλοντα και υποσχεσεις, κι’ ολα αυτα που ηξερες καλα οτι στο μερος το δικο σου δεν ηξεραν τον δρομο για να φτασουν. Κανεις δεν σ’ηξερε αλλα και κανεις δεν υπηρχε που να μην ηταν σιγουρος οτι μιλα και για λογαριασμο σου.

Κοιτας τωρα και βλεπεις οτι μητε οι γραμμες των βουνων και των βραχων, μητε και κεινες των οριζοντων του δικου σου Αιγαιου, καταφεραν ποτε να φωτιστουνε με τιποτα αλλο εξω απ το δικο σου το φως. Διοτι γι’ αυτο ειχαν φτιαχτει απ’ τα μαστορια του συμπαντος τα βραχια κι’ θαλασσες σου, τιμια, να πεμπουν μονο το φως εκεινων που τα κοιτουν με φως και αλμυρα και λευκο.

Ειχαν ξοδεψει τα μαστορια, τοσο λευκο και φως και μπλε απεριγραπτο, για να κρυψουν περιτεχνα την παραμικρη ιδεα παρουσιας τους, ωστε ολα τα λευκα και τα μπλε και το φως και η πετρα που τα στεριωνε και ολα μαζι τα εδενε, ειχαν αναλαβει να ειναι πλεον οι μαστοροι για τα πνευματα και τα σωματα που ο ερωτας και η γνωση ειχαν διαλεξει για να κατοικουν.

Μαυρο μοναχο, το μαυρο της μανας σου που για καιρους τωρα πηγαινοερχονταν απ’ την αυλη σας στο εκκλησακι της Κυματομαχης Μητερας, που νοουσε οτι υπηρχε και προστατευε τους ψαραδες και τους εσωνε απ’ τα κακα ξωτικα των νερων καθε φορα που αυτα, καμμενων ηλιων και ψευτικων ονειρων σπορες, βγαιναν και ζητουσαν των καλων τις ζωες, μηπως και παρουν, λιγη ζωη κι’αυτα, στα αιωνια τα ταρταρα του αδη που καταδικασμενα ηταν να ζουν εως την συντελεια του χρονου.

Μονο τον δικο της τον αντρα, το παλικαρι της οπως συνηθιζε να τον φωναζει, δεν προστατεψε η Κυματομαχη. Την θυμασαι να σε κρατει γερα και να σε σφιγγει μεχρι ανειπωτος πονος και σενα να σε κυριευει, πιοτερος κι απ’ το σφιξιμο και απο την απωλεια κι’ απ’ το αθροισμα τους μαζι. Και ηταν τοτε που ορκιζοσουν στην θαλασσα σου, οτι ποτε δεν θα την προσβαλεις. Γιατι νοουσες και συ, μικρο παιδι τοτε, μην ηταν το πνευμα απ’ το ουζο και το κρασι που εκαναν τον πατερα σου στα κυματα να μην μπορει να παλεψει.

Επρεπε και συ να κοινωνησεις μ’αυτα μεγαλωνοντας, και αφρισμενος, φορες πολλες να πεσεις στην θαλασσα χτυπωντας την και βριζοντας την και παλι αγαποντας την και πινοντας την, για να πιστεψεις οτι η καλη σου δεν εφταιξε ποτε στο χασιμο του δικου σου του πατερα. Μητε και η Κυματομαχη εφταιγε, γιατι αν υπηρχε και κατεχε απο τις δυναμεις του νερου και του μαυρου και της πετρας και του λευκου, πρωτη εκεινη θα τις ειχε μαγεψει και στην δικια της εξουσια θα τις ειχε υποταξει. Τοσο μεγαλη την ειχαν πλασει οι πιστοι της, που στην μεγαλωσυνη της ευκολα θα μπορουσαν να χρεωσουν και το φως και την αλμυρα και το λευκο και τον αφρο και την πετρα και το διαφεντευμα τους.

Αλλα κατι, κατι στο βαθος τους ξεραν της θαλασσας και της στεριας ολοι οι ανθρωποι, που Κλαιουσα την φτιαχναν. Γιατι μονο για οτι κλαιγαν και οτι χαναν και οτι πονουσαν θελαν μια Μητερα να τους συμποναει. Ποτε δεν φτιαξαν μια Παναγια χορευουσα η πινουσα στις χαρες τους και στις δοξες τους. Ποτέ στον χρονο αραγε, μια τετοια Παναγια, δεν υπηρξε που να χαρηκε για την μεγαλοσυνη του Υυιου της;

Μονο η δικη σου η μανα ηταν που ξεχναγε καπου την πικρα της και γελαγε ολοκληρη στις χαρες σου και χαιροταν και ανασταινε παλι την ζωη και κρατιοταν και προχωρουσε ολοενα με λιγοτερη λυπη, ολοενα με λιγοτερο πενθος. Και σας μαζευε διπλα της με τ’ αλλα μικρα και τα ορμηνευε κι’ αυτα, μεγαλα σαν και τον μεγαλο της τον γυιο να γινουν και δυνατα σαν το δικο της παλικαρι το χαμενο.

Ολα αυτα ομως, λιγο πλεον το μυαλο σου το θολωνουν. Την ωρα αυτη, με τα χερια απλωμενα και το βλεμμα στον καθρεφτη κοιτας πισω, το βαθος του λευκου και του μπλε, που κυριευουν τον καθρεφτη σου και αρμεγουν καθε σταγονα που ο ιδρωτας σου γεννα. Κοιτας πισω τις γραμμες της ανοθευτης πετρας των αιωνων να οριζει που τελειωνουν το φως και οι αφροι και το φτασιμο τους. Κοιτας πισω και ξερεις, κι’ ας μην το βλεπεις, το αερακι πως δυνατα στο μπλε της πορτας σου χτυπα και μπαινει να σου γδαρει απο πανω καθε τελευταια αναστολη για ‘κεινη που τ‘αρωμα της την προφτανει.

Τους ηξερες νομιζες και τους κατεχες καλα, χρονια τωρα τους φυσικους νομους. Μα ποιος νομος αμυαλοι Αιολε και Ποσειδωνα, ειναι αυτος που περιγραφει οσμες γυναικας, που τουτη την ωρα μου προφταινει ο οστριαγαρμπης μου, μιγμενες με αλμυρα και ασβεστη και λουλουδια της αυλης;

Θα ορκιζοσουν οτι το φως απεκτησε μυρουδια και γευση και γλυκα μεγαλη καθως μεσα απ’ αυτο βλεπεις να γεμιζει οτι εχεις αξιωθει την στιγμη αυτη να μπορεις να κοιτας να μυριζεις και να γευεσαι, αφου ακομα και τα χειλια σου βαλθηκαν να ξαναπλαθουν τη γευση του φιλιου της που αχορταγα καταπινεις θορωντας την κοψια της, πριν καν την ακουμπησεις.

Τοσα χρονια για ενα φτασιμο που σημαινει γυρισμο; Ειναι εκεινη ακριβως η στιγμη που νοιωθεις οτι ο μονος που θα μπορουσε να πει στον κοσμο για την εκρηξη σας, ειναι ευτυχως χιλιαδες χρονια μακρια. Κανενας Ομηρος δεν θα τολμησει να γραψει ποτε, για την ενωση σας. Καμμια μαρτυρια, κανενα στοιχειο, να μαθει ποτε κανεις πως το φτασιμο πορεια ειναι και γυρισμος και αναμονη και ερωτας μ’αλμυρα και με γνωση ποτισμενος. Εσεις θα γραψετε τωρα οι δυο σας, στα αρχεια του κοσμου, νεες εγγραφες, θαλασσινες, υγρες, μ’ οσμες σαν κυματα που με λυσσα ορμοντας μες τους βραχους βιαζοντας τους, αφηνουν την μυρουδια τ’ αφρου τους να ξεσπα και να πλανευει.

Γι’αυτο λοιπον φτιαχτηκαν, αυτη η θαλασσα, αυτοι οι βραχοι, αυτοι οι ανθρωποι. Τους δοθηκαν τα κυματα και οι αφροι και η πετρα και το φως και ο ερωτας για να ορθωνουν αναστημα και φωτια ιδεων στα τεσσερα σημεια και τους εμπορους των εθνων να κατακαιουν. Υπερηφανοι, γελαστοι, προπαντων μπρος στο καθε τελος και ποτε, ποτε υποταγμενοι.


Επιστροφή στην κατηγορία "(παρα)ιστορικά" ή διάβασε ένα τυχαίο άρθρο...