High Fidelity
Κατηγορία: moviesΟ ήρωας της ταινίας βρίσκεται στα πρόθυρα χωρισμού με την κοπέλα του, και με αφορμή το γεγονός αυτό μας αφηγείτε τους Top-5 χωρισμούς της ζωής του, σε μια προσπάθεια αναθεώρησης της μέχρι τώρα πορείας του σε σχέση με το γυναικείο φύλο. Χαρακτηριστικό δε του ήρωα είναι ότι κατατάσει τα πιο σημαντικά πράγματα στην ζωή του σε λίστες Top-5. Top-5 χωρισμοί, top-5 επαγγέλματα που θα ήθελε να κάνει, top-5 τραγούδια που μπορεί να ακόύσει κανείς Δευτέρα πρωί στην δουλειά κ.α.
Η ιδιομορφία αυτή του ήρωα βέβαια πηγάζει από την άμεση ενασχόλησή του με την μουσική και γενικότερα την μουσική βιομηχανία, όπου εκεί τα πάντα ταξινομούνται με Top-5, Top-10 κ.ο.κ. Στην πορεία του έργου όμως θα ανακαλύψει ότι αυτή η μανία του να δημιουργεί λίστες με Top-5, τον καθιστά αμέτοχο κριτή των πραγμάτων και εν τέλει άπραγο παρατηρητή της ζωής του, γεγονός που είναι η αιτία για τα προβλήματά του με το αντίθετο φύλο.
Με βάση ένα πολύ έξυπνο, πνευματώδες και σφιχτό σενάριο, το οποίο είναι όμως ιδωμένο από μια αντρική (και ίσως λίγο μισογυνική και ελάχιστα φαλλοκρατική) οπτική, ο Frears φτιάχνει μια πολύ γλυκειά ταινία για τις σχέσεις των δύο φύλων, εκεί λίγο πριν τα 30. Σκιαγραφεί πραγματικούς, καμία φορά αστείους, αλλά σίγουρα ενδιαφέροντες χαρακτήρες, μέσα σε έναν μικρόκοσμο μια γειτονιάς του Σικάγου, παρόλο που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι κάποιο προάστιο του Λονδίνου, σε μια ταινία όπου πολύ βασικό παίζει η μουσική. Όλο το κλίμα μέσα στο δισκάδικο, στο οποίο εξελίσεται μεγάλο μέρος της ταινίας, αλλά και το soundtrack είναι στενά συνυφασμένα με διάφορα τραγούδια τα οποία ακούν, τραγουδούν, σκέφτονται ή αναφέρουν οι ήρωες της ταινίας.
Ενδιαφέρον επίσης προξενεί η σκηνοθετική επιλογή, ο ήρωας της ταινίας να αφηγείτε σε πρώτο πρόσωπο on-camera (και όχι σε off-camera αφήγηση) τις σκέψεις του και τα συναισθήματά του, παράλληλα με την δράση της ταινίας. Καθώς εξελίσεται η πλοκή, ο ήρωας πάμπολες στιγμές γυρίζει προς την κάμερα και το κοινό, και αρχίζει να εξομολογείτε το τι σκέφτεται και το τι νοιώθει, γεγονός που δίνει στην ταινία με επιπλέον αμεσότητα και, γιατί όχι, μια μικρή δόση μαγείας.
Για τον ρόλο του πρωταγώνιστή δεν θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερη επιλογή από αυτή του John Cusak. Low profile και ανασφαλής αποδίδει πιστά τον Rob Gordon όπως ίσως θα τον είχε φανταστεί το Nick Hornby όταν έγραφε το μυθιστόρημά του. Στις στιγμές μάλιστα που μας αφηγείτε τις σκέψεις του σε πρώτο πρόσωπο, απευθείας on-camera, είναι ιδανικά άμεσος και απολαυστικός. Σε δεύτερους, μικρότερους ρόλους μπορείτε να ανιχνεύσετε τους Tim Robins, Cathrine Zeta Jones και Lili Taylor.
Συνολικά μια πολύ όμορφη ταινία, από αυτές που αφήνουν μια χαρούμενη αίσθηση όταν βγαίνεις από τον κινηματογράφο. Και σίγουρα μέσα στο Top-5 της χρονιάς.
**** (4/5)
Επιστροφή στην κατηγορία "movies" ή διάβασε ένα τυχαίο άρθρο...